ἐραστούς

ἐραστός
beloved
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Εράστους, Τόμας — (Thomas Erastus, Μπάντεν 1524 – Βασιλεία 1583). Ελβετός θεολόγος και γιατρός. Σπούδασε θεολογία στη Βασιλεία και ιατρική στην Μπολόνια και στην Πάντοβα και εξελλήνισε ο ίδιος το όνομά του (LieberLiebler). Υπήρξε οπαδός του Καλβίνου, γιατρός του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.